Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιμεταβολή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πρόταση συνιστάμενη από δύο φράσεις, όπου η δεύτερη σχηματίζεται από τις λέξεις της πρώτης, σε ανάστροφη σειρά, και κάποιες μικροδιαφορές (πχ αντικατάσταση κάποιον λέξεων, μεταβολή μερών του λόγου κτλ) Βικιλεξικό
  2. τεχνική του λόγουη χρήση και η εφαρμογή της τεχνικής της αντιμεταβολής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιμεταβολή > → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιμεταβολήαντιμεταβολές
Γενικήαντιμεταβολήςαντιμεταβολών
Αιτιατικήαντιμεταβολήαντιμεταβολές
Κλητικήαντιμεταβολήαντιμεταβολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →