Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιμιλιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δημοτικήη αντιλογία, αυθάδης απάντηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιμιλιά < αντιμιλ(ώ} + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιμιλιάαντιμιλιές
Γενικήαντιμιλιάς—
Αιτιατικήαντιμιλιάαντιμιλιές
Κλητικήαντιμιλιάαντιμιλιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αντιμιλία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αντιλογία, το αντιμίλημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιμιλία < αντιμιλώ + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιμιλίααντιμιλίες
Γενικήαντιμιλίαςαντιμιλιών
Αιτιατικήαντιμιλίααντιμιλίες
Κλητικήαντιμιλίααντιμιλίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →