αντιμισθία
•
- είναι η υλική απολαβή με τη μορφή χρηματικής αμοιβής που παρέχεται ή λαμβάνεται, είναι ο μισθός που δίνεται ως ανταμοιβή για κάποια παρεχόμενη εργασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιμισθία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιμισθία | αντιμισθίες |
| Γενική | αντιμισθίας | αντιμισθιών |
| Αιτιατική | αντιμισθία | αντιμισθίες |
| Κλητική | αντιμισθία | αντιμισθίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →