Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιμπολσεβικικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολιτικήπου είναι αντίθετος με τους μπολσεβίκους, την πολιτική τους θεωρία και πρακτικοί ή είναι ενάντιος σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιμπολσεβικικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική antibolshevik + -ικός < ρωσική большевик (bolʹševík) < больше (bólʹše) + -еви́к (-evík)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιμπολσεβικικόςαντιμπολσεβικικήαντιμπολσεβικικό
Γενικήαντιμπολσεβικικούαντιμπολσεβικικήςαντιμπολσεβικικού
Αιτιατικήαντιμπολσεβικικόαντιμπολσεβικικήαντιμπολσεβικικό
Κλητικήαντιμπολσεβικικέαντιμπολσεβικικήαντιμπολσεβικικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιμπολσεβικικοίαντιμπολσεβικικέςαντιμπολσεβικικά
Γενικήαντιμπολσεβικικώναντιμπολσεβικικώναντιμπολσεβικικών
Αιτιατικήαντιμπολσεβικικούςαντιμπολσεβικικέςαντιμπολσεβικικά
Κλητικήαντιμπολσεβικικοίαντιμπολσεβικικέςαντιμπολσεβικικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →