Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιομοφυλοφιλικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που αντιτίθεται στην ομοφυλοφιλία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιομοφυλοφιλικός < αντι- + ομοφυλοφιλικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιομοφυλοφιλική / αντιομοφυλοφιλικός / αντιομοφυλοφιλικόαντιομοφυλοφιλικές / αντιομοφυλοφιλικοί / αντιομοφυλοφιλικά
Γενικήαντιομοφυλοφιλικής / αντιομοφυλοφιλικού / αντιομοφυλοφιλικούαντιομοφυλοφιλικών / αντιομοφυλοφιλικών / αντιομοφυλοφιλικών
Αιτιατικήαντιομοφυλοφιλική / αντιομοφυλοφιλικό / αντιομοφυλοφιλικόαντιομοφυλοφιλικές / αντιομοφυλοφιλικούς / αντιομοφυλοφιλικά
Κλητικήαντιομοφυλοφιλική / αντιομοφυλοφιλικέ / αντιομοφυλοφιλικόαντιομοφυλοφιλικές / αντιομοφυλοφιλικοί / αντιομοφυλοφιλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αντιομοφυλοφιλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αντιτίθεται στην ομοφυλοφιλία Βικιλεξικό
  2. που αντιτίθεται στην ομοφυλοφιλία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιομοφυλοφιλικός < αντι- + ομοφυλοφιλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιομοφυλοφιλικόςαντιομοφυλοφιλικήαντιομοφυλοφιλικό
Γενικήαντιομοφυλοφιλικούαντιομοφυλοφιλικήςαντιομοφυλοφιλικού
Αιτιατικήαντιομοφυλοφιλικόαντιομοφυλοφιλικήαντιομοφυλοφιλικό
Κλητικήαντιομοφυλοφιλικέαντιομοφυλοφιλικήαντιομοφυλοφιλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιομοφυλοφιλικοίαντιομοφυλοφιλικέςαντιομοφυλοφιλικά
Γενικήαντιομοφυλοφιλικώναντιομοφυλοφιλικώναντιομοφυλοφιλικών
Αιτιατικήαντιομοφυλοφιλικούςαντιομοφυλοφιλικέςαντιομοφυλοφιλικά
Κλητικήαντιομοφυλοφιλικοίαντιομοφυλοφιλικέςαντιομοφυλοφιλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →