αντιπαροχή
•
- λόγιοη ανταπόδοση κάποιας παροχής Βικιλεξικό
- νομικός όροςη παροχή ενός οικοπέδου σε εργολάβο ή κατασκευαστή, με αντάλλαγμα την απόκτηση μιας ή περισσότερων ιδιοκτησιών στο οικοδόμημα που θα ανεγερθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπαροχή < αντι- + παροχή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπαροχή | αντιπαροχές |
| Γενική | αντιπαροχής | αντιπαροχών |
| Αιτιατική | αντιπαροχή | αντιπαροχές |
| Κλητική | αντιπαροχή | αντιπαροχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →