Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιπατερναλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι αντίθετος με τον πατερναλισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιπατερναλιστικός < αντι- + πατερναλιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιπατερναλιστικόςαντιπατερναλιστικήαντιπατερναλιστικό
Γενικήαντιπατερναλιστικούαντιπατερναλιστικήςαντιπατερναλιστικού
Αιτιατικήαντιπατερναλιστικόαντιπατερναλιστικήαντιπατερναλιστικό
Κλητικήαντιπατερναλιστικέαντιπατερναλιστικήαντιπατερναλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιπατερναλιστικοίαντιπατερναλιστικέςαντιπατερναλιστικά
Γενικήαντιπατερναλιστικώναντιπατερναλιστικώναντιπατερναλιστικών
Αιτιατικήαντιπατερναλιστικούςαντιπατερναλιστικέςαντιπατερναλιστικά
Κλητικήαντιπατερναλιστικοίαντιπατερναλιστικέςαντιπατερναλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →