αντιπερισπασματικός
•
- που έχει σχέση με τον αντιπερισπασμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή γίνεται με αντιπερισπασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπερισπασματικός < αντιπερισπασμός + -ατικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπερισπασματικός | αντιπερισπασματική | αντιπερισπασματικό |
| Γενική | αντιπερισπασματικού | αντιπερισπασματικής | αντιπερισπασματικού |
| Αιτιατική | αντιπερισπασματικό | αντιπερισπασματική | αντιπερισπασματικό |
| Κλητική | αντιπερισπασματικέ | αντιπερισπασματική | αντιπερισπασματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπερισπασματικοί | αντιπερισπασματικές | αντιπερισπασματικά |
| Γενική | αντιπερισπασματικών | αντιπερισπασματικών | αντιπερισπασματικών |
| Αιτιατική | αντιπερισπασματικούς | αντιπερισπασματικές | αντιπερισπασματικά |
| Κλητική | αντιπερισπασματικοί | αντιπερισπασματικές | αντιπερισπασματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →