Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιπερισπασματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αντιπερισπασμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή γίνεται με αντιπερισπασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιπερισπασματικός < αντιπερισπασμός + -ατικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιπερισπασματικόςαντιπερισπασματικήαντιπερισπασματικό
Γενικήαντιπερισπασματικούαντιπερισπασματικήςαντιπερισπασματικού
Αιτιατικήαντιπερισπασματικόαντιπερισπασματικήαντιπερισπασματικό
Κλητικήαντιπερισπασματικέαντιπερισπασματικήαντιπερισπασματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιπερισπασματικοίαντιπερισπασματικέςαντιπερισπασματικά
Γενικήαντιπερισπασματικώναντιπερισπασματικώναντιπερισπασματικών
Αιτιατικήαντιπερισπασματικούςαντιπερισπασματικέςαντιπερισπασματικά
Κλητικήαντιπερισπασματικοίαντιπερισπασματικέςαντιπερισπασματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →