αντιπερνώ
•
- περνώ απέναντι Βικιλεξικό
- προσπερνώ (χωρίς να σταματήσω) Βικιλεξικό
- Μερικοί, που τους αντιπερνούσε μ' αλαφριά σπρωξίματα, τη βρίζανε. (Τάσος Αθανασιάδης (1975) Οι φρουροί της Αχαΐας (μυθιστόρημα)
- περνώ συχνά από κάποιο μέρος, ξαναπερνώ Βικιλεξικό
- σεργιανίζω, περπατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπερνώ < αντι- + περνώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιπερνάω / αντιπερνώ | αντιπερνάς | αντιπερνά / αντιπερνάει | αντιπερνάμε / αντιπερνούμε | αντιπερνάτε | αντιπερνάν / αντιπερνάνε / αντιπερνούν / αντιπερνούνε |
| Παρατατικός | αντιπερνούσα | αντιπερνούσες | αντιπερνούσε | αντιπερνούσαμε | αντιπερνούσατε | αντιπερνούσαν / αντιπερνούσανε |
| Αόριστος | αντιπέρασα | αντιπέρασες | αντιπέρασε | αντιπεράσαμε | αντιπεράσατε | αντιπέρασαν / αντιπεράσαν / αντιπεράσανε |
| Μέλλοντας | θα αντιπεράσω / θα αντιπερνάω / θα αντιπερνώ | θα αντιπεράσεις / θα αντιπερνάς | θα αντιπεράσει / θα αντιπερνά / θα αντιπερνάει | θα αντιπεράσουμε / θα αντιπερνάμε / θα αντιπερνούμε | θα αντιπεράσετε / θα αντιπερνάτε | θα αντιπεράσουν / θα αντιπεράσουνε / θα αντιπερνάν / θα αντιπερνάνε / θα αντιπερνούν / θα αντιπερνούνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιπεράσει | έχεις αντιπεράσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιπεράσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιπεράσει / να αντιπεράσω / να αντιπερνάω / να αντιπερνώ | να έχεις αντιπεράσει / να αντιπεράσεις / να αντιπερνάς | να αντιπεράσει / να αντιπερνά / να αντιπερνάει | να αντιπεράσουμε / να αντιπερνάμε / να αντιπερνούμε | να αντιπεράσετε / να αντιπερνάτε | να αντιπεράσουν / να αντιπεράσουνε / να αντιπερνάν / να αντιπερνάνε / να αντιπερνούν / να αντιπερνούνε |
| Προστακτική | — | αντιπέρασε / αντιπέρνα / αντιπέρναγε | — | — | αντιπερνάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αντιπεράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →