Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιπερνώ

ρήμα
•
  1. περνώ απέναντι Βικιλεξικό
  2. προσπερνώ (χωρίς να σταματήσω) Βικιλεξικό
    • Μερικοί, που τους αντιπερνούσε μ' αλαφριά σπρωξίματα, τη βρίζανε. (Τάσος Αθανασιάδης (1975) Οι φρουροί της Αχαΐας (μυθιστόρημα)
  3. περνώ συχνά από κάποιο μέρος, ξαναπερνώ Βικιλεξικό
  4. σεργιανίζω, περπατώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιπερνώ < αντι- + περνώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντιπερνάω / αντιπερνώαντιπερνάςαντιπερνά / αντιπερνάειαντιπερνάμε / αντιπερνούμεαντιπερνάτεαντιπερνάν / αντιπερνάνε / αντιπερνούν / αντιπερνούνε
Παρατατικόςαντιπερνούσααντιπερνούσεςαντιπερνούσεαντιπερνούσαμεαντιπερνούσατεαντιπερνούσαν / αντιπερνούσανε
Αόριστοςαντιπέρασααντιπέρασεςαντιπέρασεαντιπεράσαμεαντιπεράσατεαντιπέρασαν / αντιπεράσαν / αντιπεράσανε
Μέλλονταςθα αντιπεράσω / θα αντιπερνάω / θα αντιπερνώθα αντιπεράσεις / θα αντιπερνάςθα αντιπεράσει / θα αντιπερνά / θα αντιπερνάειθα αντιπεράσουμε / θα αντιπερνάμε / θα αντιπερνούμεθα αντιπεράσετε / θα αντιπερνάτεθα αντιπεράσουν / θα αντιπεράσουνε / θα αντιπερνάν / θα αντιπερνάνε / θα αντιπερνούν / θα αντιπερνούνε
Παρακείμενοςέχω αντιπεράσειέχεις αντιπεράσει————
Υπερσυντέλικοςείχα αντιπεράσει—————
Υποτακτικήνα έχω αντιπεράσει / να αντιπεράσω / να αντιπερνάω / να αντιπερνώνα έχεις αντιπεράσει / να αντιπεράσεις / να αντιπερνάςνα αντιπεράσει / να αντιπερνά / να αντιπερνάεινα αντιπεράσουμε / να αντιπερνάμε / να αντιπερνούμενα αντιπεράσετε / να αντιπερνάτενα αντιπεράσουν / να αντιπεράσουνε / να αντιπερνάν / να αντιπερνάνε / να αντιπερνούν / να αντιπερνούνε
Προστακτική—αντιπέρασε / αντιπέρνα / αντιπέρναγε——αντιπερνάτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αντιπεράστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →