αντιπραξικόπημα
•
- πραξικόπημα με στόχο την ανατροπή της κατάστασης που δημιούργησε άλλο πραξικόπημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπραξικόπημα < αντι- + πραξικόπημα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική countercoup)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπραξικόπημα | αντιπραξικοπήματα |
| Γενική | αντιπραξικοπήματος | αντιπραξικοπημάτων |
| Αιτιατική | αντιπραξικόπημα | αντιπραξικοπήματα |
| Κλητική | αντιπραξικόπημα | αντιπραξικοπήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →