Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιπροεδρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αντιπρόεδρο ή την αντιπροεδρία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιπροεδρικός < αντιπρόεδρος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιπροεδρικόςαντιπροεδρικήαντιπροεδρικό
Γενικήαντιπροεδρικούαντιπροεδρικήςαντιπροεδρικού
Αιτιατικήαντιπροεδρικόαντιπροεδρικήαντιπροεδρικό
Κλητικήαντιπροεδρικέαντιπροεδρικήαντιπροεδρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιπροεδρικοίαντιπροεδρικέςαντιπροεδρικά
Γενικήαντιπροεδρικώναντιπροεδρικώναντιπροεδρικών
Αιτιατικήαντιπροεδρικούςαντιπροεδρικέςαντιπροεδρικά
Κλητικήαντιπροεδρικοίαντιπροεδρικέςαντιπροεδρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →