αντιπροεδρικός
•
- που έχει σχέση με τον αντιπρόεδρο ή την αντιπροεδρία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπροεδρικός < αντιπρόεδρος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπροεδρικός | αντιπροεδρική | αντιπροεδρικό |
| Γενική | αντιπροεδρικού | αντιπροεδρικής | αντιπροεδρικού |
| Αιτιατική | αντιπροεδρικό | αντιπροεδρική | αντιπροεδρικό |
| Κλητική | αντιπροεδρικέ | αντιπροεδρική | αντιπροεδρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπροεδρικοί | αντιπροεδρικές | αντιπροεδρικά |
| Γενική | αντιπροεδρικών | αντιπροεδρικών | αντιπροεδρικών |
| Αιτιατική | αντιπροεδρικούς | αντιπροεδρικές | αντιπροεδρικά |
| Κλητική | αντιπροεδρικοί | αντιπροεδρικές | αντιπροεδρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →