αντιπροπαγανδιστικός
•
- που έχει σχέση με την αντιπροπαγάνδα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπροπαγανδιστικός < αντι- + προπαγανδιστικός
Άλλοι τύποι
αντιπροπαγανδιστικάαντιπροπαγανδιστικέαντιπροπαγανδιστικέςαντιπροπαγανδιστικήαντιπροπαγανδιστικήςαντιπροπαγανδιστικοίαντιπροπαγανδιστικούαντιπροπαγανδιστικούςαντιπροπαγανδιστικόαντιπροπαγανδιστικόςαντιπροπαγανδιστικών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →