Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιπροπαγανδιστικός

επίρρημα, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αντιπροπαγάνδα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιπροπαγανδιστικός < αντι- + προπαγανδιστικός

Άλλοι τύποι

αντιπροπαγανδιστικάαντιπροπαγανδιστικέαντιπροπαγανδιστικέςαντιπροπαγανδιστικήαντιπροπαγανδιστικήςαντιπροπαγανδιστικοίαντιπροπαγανδιστικούαντιπροπαγανδιστικούςαντιπροπαγανδιστικόαντιπροπαγανδιστικόςαντιπροπαγανδιστικών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →