αντιπροσαρμογή
•
- λόγιοη αντίστροφη προσαρμογή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπροσαρμογή < αντι- + προσαρμογή (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική counteradaptation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπροσαρμογή | αντιπροσαρμογές |
| Γενική | αντιπροσαρμογής | αντιπροσαρμογών |
| Αιτιατική | αντιπροσαρμογή | αντιπροσαρμογές |
| Κλητική | αντιπροσαρμογή | αντιπροσαρμογές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →