Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιρομαντικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που αντιτίθεται στον ρομαντισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιρομαντικός < αντι- + ρομαντικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιρομαντική / αντιρομαντικός / αντιρομαντικόαντιρομαντικές / αντιρομαντικοί / αντιρομαντικά
Γενικήαντιρομαντικής / αντιρομαντικού / αντιρομαντικούαντιρομαντικών / αντιρομαντικών / αντιρομαντικών
Αιτιατικήαντιρομαντική / αντιρομαντικό / αντιρομαντικόαντιρομαντικές / αντιρομαντικούς / αντιρομαντικά
Κλητικήαντιρομαντική / αντιρομαντικέ / αντιρομαντικόαντιρομαντικές / αντιρομαντικοί / αντιρομαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αντιρομαντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που απορρίπτει τα χαρακτηριστικά του ρομαντικού ή έχει τα αντίθετα από αυτά· που διακρίνεται από απάθεια ή έλλειψη ευαισθησιών, συναισθηματικών εντάσεων Βικιλεξικό
  2. που χαρακτηρίζεται από πρακτικό και ρεαλιστικό πνεύμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιρομαντικός < αντι- + ρομαντικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιρομαντικόςαντιρομαντικήαντιρομαντικό
Γενικήαντιρομαντικούαντιρομαντικήςαντιρομαντικού
Αιτιατικήαντιρομαντικόαντιρομαντικήαντιρομαντικό
Κλητικήαντιρομαντικέαντιρομαντικήαντιρομαντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιρομαντικοίαντιρομαντικέςαντιρομαντικά
Γενικήαντιρομαντικώναντιρομαντικώναντιρομαντικών
Αιτιατικήαντιρομαντικούςαντιρομαντικέςαντιρομαντικά
Κλητικήαντιρομαντικοίαντιρομαντικέςαντιρομαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →