Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιρρησίας

/an.di.ɾiˈsi.as/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που προβάλλει αντιρρήσεις Βικιλεξικό
    • Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
    • Έλεγε ο Αντώνης τις αντιρρήσεις του, αλλά ποιός δίνει σημασία σ'έναν που απ' την εξορία ακόμα ήταν μόνιμος αντιρρησίας και αμφισβητίας , ενώ πάντα δήλωνε κομμουνιστής .... Στο τέλος του κόλλησαν το παρατσούκλι Αντώνης ο σεχτάρ, μέχρι που αγανάκτησε, υπέγραψε και βγήκε. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Μια ζωή-μια μέρα, ανακτήθηκε στις 8/4/2026, σελ. 24 https://www.google.gr/books/edition/%CE%98%CE%95%CE%91%CE%A4%CE%A1%CE%9A%CE%9F_%CE%9C%CE%B9%CE%B1_%CE%B6%CF%89%CE%AE_%CE%BC%CE%B9%CE%B1_%CE%BC%CE%AD/btlh50IPFEIC?hl=en&gbpv=1&dq=%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%81%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82&pg=PA24&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

αντιρρησίας < αντίρρηση + -ίας < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀντί + ῥῆσις < ἐρῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιρρησίαςαντιρρησίες
Γενικήαντιρρησίααντιρρησιών
Αιτιατικήαντιρρησίααντιρρησίες
Κλητικήαντιρρησίααντιρρησίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →