αντιρροπίζω
•
- εξισορροπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιρροπίζω < αντίρροπος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιρροπίζω | αντιρροπίζεις | αντιρροπίζει | αντιρροπίζουμε | αντιρροπίζετε | αντιρροπίζουν / αντιρροπίζουνε |
| Παρατατικός | αντιρρόπιζα | αντιρρόπιζες | αντιρρόπιζε | αντιρροπίζαμε | αντιρροπίζατε | αντιρροπίζαν / αντιρροπίζανε / αντιρρόπιζαν |
| Αόριστος | αντιρρόπισα | αντιρρόπισες | αντιρρόπισε | αντιρροπίσαμε | αντιρροπίσατε | αντιρροπίσαν / αντιρροπίσανε / αντιρρόπισαν |
| Μέλλοντας | θα αντιρροπίζω / θα αντιρροπίσω | θα αντιρροπίζεις / θα αντιρροπίσεις | θα αντιρροπίζει / θα αντιρροπίσει | θα αντιρροπίζουμε / θα αντιρροπίσουμε | θα αντιρροπίζετε / θα αντιρροπίσετε | θα αντιρροπίζουν / θα αντιρροπίζουνε / θα αντιρροπίσουν / θα αντιρροπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιρροπίσει | έχεις αντιρροπίσει | έχει αντιρροπίσει | έχουμε αντιρροπίσει | έχετε αντιρροπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιρροπίσει | είχες αντιρροπίσει | είχε αντιρροπίσει | είχαμε αντιρροπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιρροπίσει / να αντιρροπίζω / να αντιρροπίσω | να έχεις αντιρροπίσει / να αντιρροπίζεις / να αντιρροπίσεις | να έχει αντιρροπίσει / να αντιρροπίζει / να αντιρροπίσει | να έχουμε αντιρροπίσει / να αντιρροπίζουμε / να αντιρροπίσουμε | να έχετε αντιρροπίσει / να αντιρροπίζετε / να αντιρροπίσετε | να αντιρροπίζουν / να αντιρροπίζουνε / να αντιρροπίσουν / να αντιρροπίσουνε |
| Προστακτική | — | αντιρρόπιζε / αντιρρόπισε | — | — | αντιρροπίζετε / αντιρροπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →