αντιρωτώ
•
- απαντώ στην ερώτηση με ερώτηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιρωτώ < αντι- + ρωτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιρωτάω / αντιρωτώ | αντιρωτάς | αντιρωτά / αντιρωτάει | αντιρωτάμε / αντιρωτούμε | αντιρωτάτε | αντιρωτάν / αντιρωτάνε / αντιρωτούν / αντιρωτούνε |
| Παρατατικός | αντιρωτούσα | αντιρωτούσες | αντιρωτούσε | αντιρωτούσαμε | αντιρωτούσατε | αντιρωτούσαν / αντιρωτούσανε |
| Αόριστος | αντιρώτησα | αντιρώτησες | αντιρώτησε | αντιρωτήσαμε | αντιρωτήσατε | αντιρωτήσαν / αντιρωτήσανε / αντιρώτησαν |
| Μέλλοντας | θα αντιρωτάω / θα αντιρωτήσω / θα αντιρωτώ | θα αντιρωτάς / θα αντιρωτήσεις | θα αντιρωτά / θα αντιρωτάει / θα αντιρωτήσει | θα αντιρωτάμε / θα αντιρωτήσουμε / θα αντιρωτούμε | θα αντιρωτάτε / θα αντιρωτήσετε | θα αντιρωτάν / θα αντιρωτάνε / θα αντιρωτήσουν / θα αντιρωτήσουνε / θα αντιρωτούν / θα αντιρωτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιρωτήσει | έχεις αντιρωτήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιρωτήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιρωτήσει / να αντιρωτάω / να αντιρωτήσω / να αντιρωτώ | να έχεις αντιρωτήσει / να αντιρωτάς / να αντιρωτήσεις | να αντιρωτά / να αντιρωτάει / να αντιρωτήσει | να αντιρωτάμε / να αντιρωτήσουμε / να αντιρωτούμε | να αντιρωτάτε / να αντιρωτήσετε | να αντιρωτάν / να αντιρωτάνε / να αντιρωτήσουν / να αντιρωτήσουνε / να αντιρωτούν / να αντιρωτούνε |
| Προστακτική | — | αντιρώτα / αντιρώταγε / αντιρώτησε | — | — | αντιρωτάτε / αντιρωτήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →