αντισεισμικότητα
•
- λόγιοτο να είναι κάποιος ή κάτι αντισεισμικό(ς), η ιδιότητα του αντισεισμικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντισεισμικότητα < αντισεισμικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντισεισμικότητα | αντισεισμικότητες |
| Γενική | αντισεισμικότητας | αντισεισμικοτήτων |
| Αιτιατική | αντισεισμικότητα | αντισεισμικότητες |
| Κλητική | αντισεισμικότητα | αντισεισμικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →