Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντισηπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου καταπολεμά ή προλαμβάνει τη μόλυνση Βικιλεξικό
    • Η ποβιδόνη είναι μια ιωδιοφόρος αντισηπτική ουσία από την οποία το ιώδιο απελευθερώνεται με βραδύ ρυθμό στους ιστούς (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, Τόμος 56, Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία, 2005, σελ. 169)
  2. που μοιάζει να έχει απολυμανθεί, να μην έχει ζωή Βικιλεξικό
    • Παράγγειλε και μια μπύρα. Τον σερβίρισε μια νόστιμη ψηλή αντισηπτική Αμερικάνα που σε ό,τι της έλεγε, του απαντούσε «χα - χα». (Τζώρτζης Ι. Μαράτος, Οι τυφώνες ήταν γένους θηλυκού: μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείον της "Εστίας", Ι.Δ. Κολλάρου & Σιας, 2007, σελ. 114)
  3. ουσιαστικοποιημένοαντισηπτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντισηπτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική antiseptique < αρχαία ελληνική σηπτικός < σήπω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντισηπτικόςαντισηπτικήαντισηπτικό
Γενικήαντισηπτικούαντισηπτικήςαντισηπτικού
Αιτιατικήαντισηπτικόαντισηπτικήαντισηπτικό
Κλητικήαντισηπτικέαντισηπτικήαντισηπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντισηπτικοίαντισηπτικέςαντισηπτικά
Γενικήαντισηπτικώναντισηπτικώναντισηπτικών
Αιτιατικήαντισηπτικούςαντισηπτικέςαντισηπτικά
Κλητικήαντισηπτικοίαντισηπτικέςαντισηπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →