αντισοσιαλισμός
•
- πολιτικήιδεολογική στάση ή πολιτική θέση που απορρίπτει τις αρχές του σοσιαλισμού, κυρίως λόγω αντίθεσης στον κρατικό παρεμβατισμό, την αναδιανομή του πλούτου ή τη συλλογική ιδιοκτησία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντισοσιαλισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική antisocialism < λατινική socialis < socius < λατινική sokios < πρωτοϊταλική *sokjos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sokʷ-h₂-y-ós (ακόλουθος, σύντροφος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντισοσιαλισμός | αντισοσιαλισμοί |
| Γενική | αντισοσιαλισμού | αντισοσιαλισμών |
| Αιτιατική | αντισοσιαλισμό | αντισοσιαλισμούς |
| Κλητική | αντισοσιαλισμέ | αντισοσιαλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →