Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιστικτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μουσικήπου έχει σχέση με την αντίστιξη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιστικτικός < αντίστιξη + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) ιταλική contrappuntistico)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιστικτικόςαντιστικτικήαντιστικτικό
Γενικήαντιστικτικούαντιστικτικήςαντιστικτικού
Αιτιατικήαντιστικτικόαντιστικτικήαντιστικτικό
Κλητικήαντιστικτικέαντιστικτικήαντιστικτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιστικτικοίαντιστικτικέςαντιστικτικά
Γενικήαντιστικτικώναντιστικτικώναντιστικτικών
Αιτιατικήαντιστικτικούςαντιστικτικέςαντιστικτικά
Κλητικήαντιστικτικοίαντιστικτικέςαντιστικτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →