αντιστοιχώ
•
- βρίσκομαι σε αντιστοιχία, σε συμμετρική σχέση με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
- είμαι ανάλογος, ισοδύναμος ή παρόμοιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιστοιχώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντιστοιχῶ, συνηρημένος τύπος του ἀντιστοιχέω (στέκομαι απέναντι), στην ελληνιστική σημασία: είμαι σε συσχετισμό (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική correspond)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιστοιχώ | αντιστοιχείς | αντιστοιχεί | αντιστοιχούμε | αντιστοιχείτε | αντιστοιχούν |
| Παρατατικός | αντιστοιχούσα | αντιστοιχούσες | αντιστοιχούσε | αντιστοιχούσαμε | αντιστοιχούσατε | αντιστοιχούσαν |
| Αόριστος | αντιστοίχησα / αντιστοιχήσω | αντιστοίχησε / αντιστοίχησες / αντιστοιχήσεις | αντιστοίχησε / αντιστοιχήσει | αντιστοιχήσαμε / αντιστοιχήσουμε | αντιστοιχήσατε / αντιστοιχήσετε / αντιστοιχήστε | αντιστοίχησαν / αντιστοιχήσουν |
| Μέλλοντας | θα αντιστοιχήσω / θα αντιστοιχώ | θα αντιστοιχήσεις / θα αντιστοιχείς | θα αντιστοιχήσει / θα αντιστοιχεί | θα αντιστοιχήσουμε / θα αντιστοιχούμε | θα αντιστοιχήσετε / θα αντιστοιχείτε | θα αντιστοιχήσουν / θα αντιστοιχούν |
| Παρακείμενος | έχω αντιστοιχήσει | έχεις αντιστοιχήσει | έχει αντιστοιχήσει | έχουμε αντιστοιχήσει | έχετε αντιστοιχήσει | έχουν αντιστοιχήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιστοιχήσει | είχες αντιστοιχήσει | είχε αντιστοιχήσει | είχαμε αντιστοιχήσει | είχατε αντιστοιχήσει | είχαν αντιστοιχήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →