αντιστρέφω
•
- στρέφω προς την άλλη, προς την αντίθετη πλευρά ή φορά Βικιλεξικό
- μεταβάλλω μια κατάσταση (ή κάτι άλλο) στο αντίθετό της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιστρέφω < αρχαία ελληνική ἀντιστρέφω < ἀντι- + στρέφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιστρέφω | αντιστρέφεις | αντιστρέφει | αντιστρέφουμε | αντιστρέφετε | αντιστρέφουν / αντιστρέφουνε |
| Παρατατικός | αντέστρεφα | αντέστρεφες | αντέστρεφε | αντιστρέφαμε | αντιστρέφατε | αντέστρεφαν / αντιστρέφαν / αντιστρέφανε |
| Αόριστος | αντέστρεψα | αντέστρεψες | αντέστρεψε | αντιστρέψαμε | αντιστρέψατε | αντέστρεψαν / αντιστρέψαν / αντιστρέψανε |
| Μέλλοντας | θα αντιστρέφω / θα αντιστρέψω | θα αντιστρέφεις / θα αντιστρέψεις | θα αντιστρέφει / θα αντιστρέψει | θα αντιστρέφουμε / θα αντιστρέψουμε | θα αντιστρέφετε / θα αντιστρέψετε | θα αντιστρέφουν / θα αντιστρέφουνε / θα αντιστρέψουν / θα αντιστρέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιστρέψει | έχεις αντιστρέψει | έχει αντιστρέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιστρέψει | είχες αντιστρέψει | είχε αντιστρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιστρέψει / να αντιστρέφω / να αντιστρέψω | να έχεις αντιστρέψει / να αντιστρέφεις / να αντιστρέψεις | να έχει αντιστρέψει / να αντιστρέφει / να αντιστρέψει | να αντιστρέφουμε / να αντιστρέψουμε | να αντιστρέφετε / να αντιστρέψετε | να αντιστρέφουν / να αντιστρέφουνε / να αντιστρέψουν / να αντιστρέψουνε |
| Προστακτική | — | έχε αντιστραμμένο / αντίστρεφε / αντίστρεψε | — | — | αντιστρέφετε / αντιστρέψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →