αντισυλληπτικό
•
- φαρμακευτικήσκεύασμα ή χάπι που προλλαμβάνει τη σύλληψη (παιδιού) και συμβάλλει στην αντισύλληψη αναστέλλοντας την ωορρηξία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντισυλληπτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αντισυλληπτικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική contraceptive)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντισυλληπτικό | αντισυλληπτικά |
| Γενική | αντισυλληπτικού | αντισυλληπτικών |
| Αιτιατική | αντισυλληπτικό | αντισυλληπτικά |
| Κλητική | αντισυλληπτικό | αντισυλληπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →