αντισυμβατικός
•
- μη συμβατικός, ο αντίθετος με τις κοινωνικές ή επιστημονικές συμβάσεις Βικιλεξικό
- αντισυμβατικό ντύσιμο, αντισυμβατική θεωρία
- νομικός όροςαντίθετος στην σύμβαση, την συμφωνημένη δικαιοπραξία Βικιλεξικό
- Ο εναγόμενος επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά.
Ετυμολογία
αντισυμβατικός < αντι- + συμβατικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντισυμβατικός | αντισυμβατική | αντισυμβατικό |
| Γενική | αντισυμβατικού | αντισυμβατικής | αντισυμβατικού |
| Αιτιατική | αντισυμβατικό | αντισυμβατική | αντισυμβατικό |
| Κλητική | αντισυμβατικέ | αντισυμβατική | αντισυμβατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντισυμβατικοί | αντισυμβατικές | αντισυμβατικά |
| Γενική | αντισυμβατικών | αντισυμβατικών | αντισυμβατικών |
| Αιτιατική | αντισυμβατικούς | αντισυμβατικές | αντισυμβατικά |
| Κλητική | αντισυμβατικοί | αντισυμβατικές | αντισυμβατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →