αντισυνδικαλιστικός
•
- που είναι αντίθετος με τον συνδικαλισμό και τις αρχές του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντισυνδικαλιστικός < αντι- + συνδικαλιστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντισυνδικαλιστικός | αντισυνδικαλιστική | αντισυνδικαλιστικό |
| Γενική | αντισυνδικαλιστικού | αντισυνδικαλιστικής | αντισυνδικαλιστικού |
| Αιτιατική | αντισυνδικαλιστικό | αντισυνδικαλιστική | αντισυνδικαλιστικό |
| Κλητική | αντισυνδικαλιστικέ | αντισυνδικαλιστική | αντισυνδικαλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντισυνδικαλιστικοί | αντισυνδικαλιστικές | αντισυνδικαλιστικά |
| Γενική | αντισυνδικαλιστικών | αντισυνδικαλιστικών | αντισυνδικαλιστικών |
| Αιτιατική | αντισυνδικαλιστικούς | αντισυνδικαλιστικές | αντισυνδικαλιστικά |
| Κλητική | αντισυνδικαλιστικοί | αντισυνδικαλιστικές | αντισυνδικαλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →