αντισυσπείρωση
•
- νεολογισμόςσυσπείρωση που πραγματοποιείται ως αντίδραση ή εναντίον κάποιου προσώπου, κατάστασης κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντισυσπείρωση < αντι- + συσπείρωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντισυσπείρωση | αντισυσπειρώσεις |
| Γενική | αντισυσπείρωσης | αντισυσπειρώσεων |
| Αιτιατική | αντισυσπείρωση | αντισυσπειρώσεις |
| Κλητική | αντισυσπείρωση | αντισυσπειρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →