αντισφαιρίστρια
•
- αθλητισμόςθηλυκό του αντισφαιριστής, η τενίστρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντισφαιρίστρια < αντισφαιρισ(τής) + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντισφαιρίστρια | αντισφαιρίστριες |
| Γενική | αντισφαιρίστριας | αντισφαιριστριών |
| Αιτιατική | αντισφαιρίστρια | αντισφαιρίστριες |
| Κλητική | αντισφαιρίστρια | αντισφαιρίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →