Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιτορπιλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όρος: αυτός που δύναται ν΄ αποφύγει βαλλόμενη εναντίον του τορπίλη Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικά: ο ταχύς σε ελιγμούς, ο εύδρομος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιτορπιλικός < αντί + τορπίλη + -ικός (λόγιο αντιτορπιλλικός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιτορπιλικόςαντιτορπιλικήαντιτορπιλικό
Γενικήαντιτορπιλικούαντιτορπιλικήςαντιτορπιλικού
Αιτιατικήαντιτορπιλικόαντιτορπιλικήαντιτορπιλικό
Κλητικήαντιτορπιλικέαντιτορπιλικήαντιτορπιλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιτορπιλικοίαντιτορπιλικέςαντιτορπιλικά
Γενικήαντιτορπιλικώναντιτορπιλικώναντιτορπιλικών
Αιτιατικήαντιτορπιλικούςαντιτορπιλικέςαντιτορπιλικά
Κλητικήαντιτορπιλικοίαντιτορπιλικέςαντιτορπιλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →