αντιτορπιλικός
•
- ναυτικός όρος: αυτός που δύναται ν΄ αποφύγει βαλλόμενη εναντίον του τορπίλη Βικιλεξικό
- συνεκδοχικά: ο ταχύς σε ελιγμούς, ο εύδρομος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιτορπιλικός < αντί + τορπίλη + -ικός (λόγιο αντιτορπιλλικός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιτορπιλικός | αντιτορπιλική | αντιτορπιλικό |
| Γενική | αντιτορπιλικού | αντιτορπιλικής | αντιτορπιλικού |
| Αιτιατική | αντιτορπιλικό | αντιτορπιλική | αντιτορπιλικό |
| Κλητική | αντιτορπιλικέ | αντιτορπιλική | αντιτορπιλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιτορπιλικοί | αντιτορπιλικές | αντιτορπιλικά |
| Γενική | αντιτορπιλικών | αντιτορπιλικών | αντιτορπιλικών |
| Αιτιατική | αντιτορπιλικούς | αντιτορπιλικές | αντιτορπιλικά |
| Κλητική | αντιτορπιλικοί | αντιτορπιλικές | αντιτορπιλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →