Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιτουριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ενάντιος στον τουρισμό ή τους τουρίστες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιτουριστικός < αντι- + τουριστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιτουριστικόςαντιτουριστικήαντιτουριστικό
Γενικήαντιτουριστικούαντιτουριστικήςαντιτουριστικού
Αιτιατικήαντιτουριστικόαντιτουριστικήαντιτουριστικό
Κλητικήαντιτουριστικέαντιτουριστικήαντιτουριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιτουριστικοίαντιτουριστικέςαντιτουριστικά
Γενικήαντιτουριστικώναντιτουριστικώναντιτουριστικών
Αιτιατικήαντιτουριστικούςαντιτουριστικέςαντιτουριστικά
Κλητικήαντιτουριστικοίαντιτουριστικέςαντιτουριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →