Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιτραχωματικός

/an.di.tɾa.xo.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου αναφέρεται στην αντιμετώπιση και καταπολέμηση του τραχώματος ή σχετίζεται μαζί τους Βικιλεξικό
    • Η τελετή του αγιασμού κατά την ημέραν των εγκαινίων του Α' Αντιτραχωματικού Σταθμού του Οφθαλμιατρείου Θήρας
    • Αντιτραχωματικός αγώνας. […] Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Ι. Μεταξά, τα αντιτραχωματικά ιατρεία ήταν τέσσερα και αναλάμβαναν τη θεραπεία όχι μόνο των παιδιών αλλά και ολόκληρης της οικογένειας

Ετυμολογία

αντιτραχωματικός < αντι- + τραχωματικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιτραχωματικόςαντιτραχωματικήαντιτραχωματικό
Γενικήαντιτραχωματικούαντιτραχωματικήςαντιτραχωματικού
Αιτιατικήαντιτραχωματικόαντιτραχωματικήαντιτραχωματικό
Κλητικήαντιτραχωματικέαντιτραχωματικήαντιτραχωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιτραχωματικοίαντιτραχωματικέςαντιτραχωματικά
Γενικήαντιτραχωματικώναντιτραχωματικώναντιτραχωματικών
Αιτιατικήαντιτραχωματικούςαντιτραχωματικέςαντιτραχωματικά
Κλητικήαντιτραχωματικοίαντιτραχωματικέςαντιτραχωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →