αντιφεγγίζω
•
- αντανακλώ το φως, αντικαθρεφτίζω Βικιλεξικό
- Κι οι φλόγες που αντιφέγγιζαν απάνω της έκαναν τα μάτια της ν' αστράφτουν σαν ατσάλι. (Τάκης Αδάμος Τα μάτια της μαχήτριας [διήγημα])
Ετυμολογία
αντιφεγγίζω < αντι- + φεγγίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιφεγγίζω | αντιφεγγίζεις | αντιφεγγίζει | αντιφεγγίζουμε | αντιφεγγίζετε | αντιφεγγίζουν / αντιφεγγίζουνε |
| Παρατατικός | αντιφέγγιζα | αντιφέγγιζες | αντιφέγγιζε | αντιφεγγίζαμε | αντιφεγγίζατε | αντιφέγγιζαν / αντιφεγγίζαν / αντιφεγγίζανε |
| Αόριστος | αντιφέγγισα | αντιφέγγισες | αντιφέγγισε | αντιφεγγίσαμε | αντιφεγγίσατε | αντιφέγγισαν / αντιφεγγίσαν / αντιφεγγίσανε |
| Μέλλοντας | θα αντιφεγγίζω / θα αντιφεγγίσω | θα αντιφεγγίζεις / θα αντιφεγγίσεις | θα αντιφεγγίζει / θα αντιφεγγίσει | θα αντιφεγγίζουμε / θα αντιφεγγίσουμε | θα αντιφεγγίζετε / θα αντιφεγγίσετε | θα αντιφεγγίζουν / θα αντιφεγγίζουνε / θα αντιφεγγίσουν / θα αντιφεγγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιφεγγίσει | έχεις αντιφεγγίσει | έχει αντιφεγγίσει | έχουμε αντιφεγγίσει | έχετε αντιφεγγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιφεγγίσει | είχες αντιφεγγίσει | είχε αντιφεγγίσει | είχαμε αντιφεγγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιφεγγίσει / να αντιφεγγίζω / να αντιφεγγίσω | να έχεις αντιφεγγίσει / να αντιφεγγίζεις / να αντιφεγγίσεις | να έχει αντιφεγγίσει / να αντιφεγγίζει / να αντιφεγγίσει | να έχουμε αντιφεγγίσει / να αντιφεγγίζουμε / να αντιφεγγίσουμε | να έχετε αντιφεγγίσει / να αντιφεγγίζετε / να αντιφεγγίσετε | να αντιφεγγίζουν / να αντιφεγγίζουνε / να αντιφεγγίσουν / να αντιφεγγίσουνε |
| Προστακτική | — | αντιφέγγιζε / αντιφέγγισε | — | — | αντιφεγγίζετε / αντιφεγγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →