Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιφιλελεύθερος

/an.di.fi.le.le.fθeˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολιτικήοπαδός του αντιφιλελευθερισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιφιλελεύθερος < αντι- + φιλελεύθερος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική antiliberal)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιφιλελεύθεροςαντιφιλελεύθερηαντιφιλελεύθερο
Γενικήαντιφιλελεύθερουαντιφιλελεύθερηςαντιφιλελεύθερου
Αιτιατικήαντιφιλελεύθεροαντιφιλελεύθερηαντιφιλελεύθερο
Κλητικήαντιφιλελεύθερεαντιφιλελεύθερηαντιφιλελεύθερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιφιλελεύθεροιαντιφιλελεύθερεςαντιφιλελεύθερα
Γενικήαντιφιλελεύθερωναντιφιλελεύθερωναντιφιλελεύθερων
Αιτιατικήαντιφιλελεύθερουςαντιφιλελεύθερεςαντιφιλελεύθερα
Κλητικήαντιφιλελεύθεροιαντιφιλελεύθερεςαντιφιλελεύθερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →