Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιφωνώ

ρήμα
•
  1. απαντώ Βικιλεξικό
  2. απαντώ στην προσφώνηση κάποιου, κάνω αντιφώνηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιφωνώ < αρχαία ελληνική ἀντιφωνέω / ἀντιφωνῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντιφωνώαντιφωνείς / αντιφώνειαντιφωνείαντιφωνούμεαντιφωνείτεαντιφωνούν
Παρατατικόςαντιφωνούσααντιφωνούσεςαντιφωνούσεαντιφωνούσαμεαντιφωνούσατεαντιφωνούσαν
Αόριστοςαντιφωνήσω / αντιφώνησααντιφωνήσεις / αντιφώνησε / αντιφώνησεςαντιφωνήσει / αντιφώνησεαντιφωνήσαμε / αντιφωνήσουμεαντιφωνήσατε / αντιφωνήσετε / αντιφωνήστεαντιφωνήσουν / αντιφώνησαν
Μέλλονταςθα αντιφωνήσω / θα αντιφωνώθα αντιφωνήσεις / θα αντιφωνείςθα αντιφωνήσει / θα αντιφωνείθα αντιφωνήσουμε / θα αντιφωνούμεθα αντιφωνήσετε / θα αντιφωνείτεθα αντιφωνήσουν / θα αντιφωνούν
Παρακείμενοςέχω αντιφωνήσειέχεις αντιφωνήσειέχει αντιφωνήσειέχουμε αντιφωνήσειέχετε αντιφωνήσειέχουν αντιφωνήσει
Υπερσυντέλικοςείχα αντιφωνήσειείχες αντιφωνήσειείχε αντιφωνήσειείχαμε αντιφωνήσειείχατε αντιφωνήσειείχαν αντιφωνήσει

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →