αντιχάρισμα
•
- γενικότεραπροσφορά που γίνεται ως ένδειξη ευγνωμοσύνης ή ανταπόδοσης σε μια προηγούμενη χάρη ή ευεργεσία Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αντίχαρη
- ειδικότερατιμητική αφιέρωση, συνήθως υπό μορφήν τόμου ή έργου, ως αναγνώριση της συμβολής κάποιου στον πνευματικό ή επιστημονικό τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιχάρισμα < μεσαιωνική ελληνική ἀντιχάρισμα < ἀντιχαρίζω < αρχαία ελληνική ἀντί + χαρίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιχάρισμα | αντιχαρίσματα |
| Γενική | αντιχαρίσματος | αντιχαρισμάτων |
| Αιτιατική | αντιχάρισμα | αντιχαρίσματα |
| Κλητική | αντιχάρισμα | αντιχαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →