Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιχάρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γενικότεραπροσφορά που γίνεται ως ένδειξη ευγνωμοσύνης ή ανταπόδοσης σε μια προηγούμενη χάρη ή ευεργεσία Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: αντίχαρη
  2. ειδικότερατιμητική αφιέρωση, συνήθως υπό μορφήν τόμου ή έργου, ως αναγνώριση της συμβολής κάποιου στον πνευματικό ή επιστημονικό τομέα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιχάρισμα < μεσαιωνική ελληνική ἀντιχάρισμα < ἀντιχαρίζω < αρχαία ελληνική ἀντί + χαρίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιχάρισμααντιχαρίσματα
Γενικήαντιχαρίσματοςαντιχαρισμάτων
Αιτιατικήαντιχάρισμααντιχαρίσματα
Κλητικήαντιχάρισμααντιχαρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →