αντιχτυπώ
•
- κτυπώ κι εγώ με τη σειρά μου, ανταποδίδω το κτύπημα Βικιλεξικό
- παρωχημένοαπαντώ Βικιλεξικό
- παρωχημένοκτυπώ Βικιλεξικό
- παρωχημένοαντηχώ Βικιλεξικό
- παρωχημένοαντικαθρεφτίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιχτυπώ < μεσαιωνική ελληνική ἀντικτυπῶ < ἀντι- + αρχαία ελληνική κτυπέω / κτυπῶ < κτύπος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιχτυπάω / αντιχτυπώ | αντιχτυπάς | αντιχτυπά / αντιχτυπάει | αντιχτυπάμε / αντιχτυπούμε | αντιχτυπάτε | αντιχτυπάν / αντιχτυπάνε / αντιχτυπούν / αντιχτυπούνε |
| Παρατατικός | αντιχτυπούσα | αντιχτυπούσες | αντιχτυπούσε | αντιχτυπούσαμε | αντιχτυπούσατε | αντιχτυπούσαν / αντιχτυπούσανε |
| Αόριστος | αντιχτύπησα | αντιχτύπησες | αντιχτύπησε | αντιχτυπήσαμε | αντιχτυπήσατε | αντιχτυπήσαν / αντιχτυπήσανε / αντιχτύπησαν |
| Μέλλοντας | θα αντιχτυπάω / θα αντιχτυπήσω / θα αντιχτυπώ | θα αντιχτυπάς / θα αντιχτυπήσεις | θα αντιχτυπά / θα αντιχτυπάει / θα αντιχτυπήσει | θα αντιχτυπάμε / θα αντιχτυπήσουμε / θα αντιχτυπούμε | θα αντιχτυπάτε / θα αντιχτυπήσετε | θα αντιχτυπάν / θα αντιχτυπάνε / θα αντιχτυπήσουν / θα αντιχτυπήσουνε / θα αντιχτυπούν / θα αντιχτυπούνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιχτυπήσει | έχεις αντιχτυπήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιχτυπήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιχτυπήσει / να αντιχτυπάω / να αντιχτυπήσω / να αντιχτυπώ | να έχεις αντιχτυπήσει / να αντιχτυπάς / να αντιχτυπήσεις | να αντιχτυπά / να αντιχτυπάει / να αντιχτυπήσει | να αντιχτυπάμε / να αντιχτυπήσουμε / να αντιχτυπούμε | να αντιχτυπάτε / να αντιχτυπήσετε | να αντιχτυπάν / να αντιχτυπάνε / να αντιχτυπήσουν / να αντιχτυπήσουνε / να αντιχτυπούν / να αντιχτυπούνε |
| Προστακτική | — | αντιχτύπα / αντιχτύπαγε / αντιχτύπησε | — | — | αντιχτυπάτε / αντιχτυπήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →