αντιψυκτικός
•
- που αφορά ουσία ή ιδιότητα που αποτρέπει το πάγωμα υγρών ή επιβραδύνει τη διαδικασία ψύξης, συνήθως με σκοπό την προστασία μηχανών ή σωληνώσεων από βλάβες λόγω παγετού Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαντιψυκτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιψυκτικός < αντι- + ψυκτικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική antifreezing)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιψυκτικός | αντιψυκτική | αντιψυκτικό |
| Γενική | αντιψυκτικού | αντιψυκτικής | αντιψυκτικού |
| Αιτιατική | αντιψυκτικό | αντιψυκτική | αντιψυκτικό |
| Κλητική | αντιψυκτικέ | αντιψυκτική | αντιψυκτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιψυκτικοί | αντιψυκτικές | αντιψυκτικά |
| Γενική | αντιψυκτικών | αντιψυκτικών | αντιψυκτικών |
| Αιτιατική | αντιψυκτικούς | αντιψυκτικές | αντιψυκτικά |
| Κλητική | αντιψυκτικοί | αντιψυκτικές | αντιψυκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →