αντλιωρός
•
- μηχανολογίαο επιφορτισμένος στην καλή λειτουργία και συντήρηση των αντλιών μιας εγκατάστασης, βιομηχανικής, πετρελαιοχημικής, πλωτής ή μόνιμης δεξαμενής πλοίων κ.λπ. Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςειδικότητα υπαξιωματικού του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού, ιδιαίτερα των δεξαμενοπλοίων, που προΐσταται του αντλιοστασίου. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντλιωρός < αντλία + Fορός (< ὁρῶ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντλιωρός | αντλιωροί |
| Γενική | αντλιωρού | αντλιωρών |
| Αιτιατική | αντλιωρό | αντλιωρούς |
| Κλητική | αντλιωρέ | αντλιωροί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →