αντλώ
•
- βγάζω με κάποιο τρόπο (π.χ. με μια αντλία) ένα υγρό από ένα δοχείο ή μια δεξαμενή Βικιλεξικό
- βρίσκω σημαντικά στοιχεία για μια έρευνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντλώ < αρχαία ελληνική ἀντλέω -ἀντλῶ < ἄντλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντλώ | αντλείς | αντλεί | αντλούμε | αντλείτε | αντλούν / αντλούνε |
| Παρατατικός | αντλούσα | αντλούσες | αντλούσε | αντλούσαμε | αντλούσατε | αντλούσαν / αντλούσανε |
| Αόριστος | άντλησα | άντλησες | άντλησε | αντλήσαμε | αντλήσατε | άντλησαν / αντλήσαν / αντλήσανε |
| Μέλλοντας | θα αντλήσω / θα αντλώ | θα αντλήσεις / θα αντλείς | θα αντλήσει / θα αντλεί | θα αντλήσουμε / θα αντλούμε | θα αντλήσετε / θα αντλείτε | θα αντλήσουν / θα αντλήσουνε / θα αντλούν / θα αντλούνε |
| Παρακείμενος | έχω αντλήσει | έχεις αντλήσει | έχει αντλήσει | έχουμε αντλήσει | έχετε αντλήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντλήσει | είχες αντλήσει | είχε αντλήσει | είχαμε αντλήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντλήσει / να αντλήσω / να αντλώ | να έχεις αντλήσει / να αντλήσεις / να αντλείς | να έχει αντλήσει / να αντλήσει / να αντλεί | να έχουμε αντλήσει / να αντλήσουμε / να αντλούμε | να έχετε αντλήσει / να αντλήσετε / να αντλείτε | να αντλήσουν / να αντλήσουνε / να αντλούν / να αντλούνε |
| Προστακτική | — | άντλει / άντλησε | — | — | αντλήστε / αντλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →