αντρίλα
•
- προφορικόοσμηρή ή γενικότερα αισθητή εκδήλωση ανδρικής παρουσίας, που παραπέμπει είτε σε σωματική δυσοσμία είτε σε επίδειξη αρρενωπότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντρίλα < άντρας + -ίλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντρίλα | αντρίλες |
| Γενική | αντρίλας | — |
| Αιτιατική | αντρίλα | αντρίλες |
| Κλητική | αντρίλα | αντρίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →