Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντρεδάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικόαντρέ μικρών διαστάσεων Βικιλεξικό
    • Και καθώς ο Βασίλης μου σερβίριζε το ούζο, άκουγα έξω το σαματά : την ξώπορτα ν' ανοίγει, τη «Δάφνη» να μπαίνει στο αντρεδάκι φλύαρη σαν πουλί, την Κική ν' αποκρίνεται φανερά ευχαριστημένη. —Να, αυτή που ακούς, είναι η αδερφή του Συρμόπουλου, μου εξήγησε ο Βασίλης.
    • Άγγελος Τεζάκης, Μυστική ζωή, Στʹ έκδοση αναθεωρημένη (Αθήνα: Βιβλοπωλείον της Εστίας, 1990), σ. 61. ISBN 960-05-0195-5. Πρβ. Google books (έκδ. 1994)· πρόσβαση: 2021-11-19.
    • Ήταν ένα σπιτάκι στα Εξάρχεια. Στο τέρμα της [οδού] Εμ. Μπενάκη και Καλλιδρομίου, πάνω στο λόφο [του Στρέφη]. Ανέβαινες αμέτρητα σκαλιά σμιλεμένα στο βράχο. Δυο δωματιάκια με ένα αντρεδάκι στη μέση. Εκεί μαζευόταν ο Κώστας Καραγιώργης, ο Θανάσης Χατζής, ο Δημήτρης Χατζής και ο Κώστας [Βιδάλης] και έγραφαν το Ρίζο.
    • «Κώστας Βιδάλης, ο αγωνιστής “κύριος συνάδελφος”», Ατέχνως.gr (30 Ιουλίου 2015)· πρόσβαση: 2021-11-19.

Ετυμολογία

αντρεδάκι < αντρέ +δ- + υποκοριστικό επίθημα -άκι. Το ⟨δ⟩ όπως στην κατάληξη πληθυντικού -έδες του -ές ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντρεδάκιαντρεδάκια
Γενική——
Αιτιατικήαντρεδάκιαντρεδάκια
Κλητικήαντρεδάκιαντρεδάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →