αντρειεύομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος αντρειεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντρειεύομαι | αντρειεύεσαι | αντρειεύεται | αντρειευόμαστε | αντρειεύεστε | αντρειεύονται |
| Παρατατικός | αντρειευόμουν / αντρειευόμουνα | αντρειευόσουν / αντρειευόσουνα | αντρειευόταν / αντρειευότανε | αντρειευόμασταν / αντρειευόμαστε | αντρειευόσασταν / αντρειευόσαστε | αντρειευόντουσαν / αντρειεύονταν |
| Αόριστος | αντρειεύτηκα | αντρειεύτηκες | αντρειεύτηκε | αντρειευτήκαμε | αντρειευτήκατε | αντρειευτήκαν / αντρειευτήκανε / αντρειεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα αντρειευτώ / θα αντρειεύομαι | θα αντρειευτείς / θα αντρειεύεσαι | θα αντρειευτεί / θα αντρειεύεται | θα αντρειευτούμε / θα αντρειευόμαστε | θα αντρειευτείτε / θα αντρειεύεστε | θα αντρειευτούν / θα αντρειευτούνε / θα αντρειεύονται |
| Παρακείμενος | έχω αντρειευτεί | έχεις αντρειευτεί | έχει αντρειευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντρειευτεί | είχες αντρειευτεί | είχε αντρειευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντρειευτεί / να αντρειευτώ / να αντρειεύομαι | να έχεις αντρειευτεί / να αντρειευτείς / να αντρειεύεσαι | να έχει αντρειευτεί / να αντρειευτεί / να αντρειεύεται | να αντρειευτούμε / να αντρειευόμαστε | να αντρειευτείτε / να αντρειεύεστε | να αντρειευτούν / να αντρειευτούνε / να αντρειεύονται |
| Προστακτική | — | αντρειέψου / αντρειεύου | — | — | αντρειευτείτε / αντρειεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →