Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντρειεύω

/anˈdɾi̯e.vo/ρήμα
•
  1. λαϊκότροπογίνομαι ανδρείος, δυναμώνω Βικιλεξικό
    • Νά τη, πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.
  2. παρωχημένοανδρώνομαι, μεγαλώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντρειεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀντρειεύω, (αντρείος + -εύω)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντρειεύωαντρειεύειςαντρειεύειαντρειεύουμεαντρειεύετεαντρειεύουν / αντρειεύουνε
Παρατατικόςαντρείευααντρείευεςαντρείευεαντρειεύαμεαντρειεύατεαντρείευαν / αντρειεύαν / αντρειεύανε
Αόριστοςαντρείεψααντρείεψεςαντρείεψεαντρειέψαμεαντρειέψατεαντρείεψαν / αντρειέψαν / αντρειέψανε
Μέλλονταςθα αντρειέψω / θα αντρειεύωθα αντρειέψεις / θα αντρειεύειςθα αντρειέψει / θα αντρειεύειθα αντρειέψουμε / θα αντρειεύουμεθα αντρειέψετε / θα αντρειεύετεθα αντρειέψουν / θα αντρειέψουνε / θα αντρειεύουν / θα αντρειεύουνε
Παρακείμενοςέχω αντρειέψειέχεις αντρειέψειέχει αντρειέψειέχουμε αντρειέψει——
Υπερσυντέλικοςείχα αντρειέψειείχες αντρειέψειείχε αντρειέψει———
Υποτακτικήνα έχω αντρειέψει / να αντρειέψω / να αντρειεύωνα έχεις αντρειέψει / να αντρειέψεις / να αντρειεύειςνα έχει αντρειέψει / να αντρειέψει / να αντρειεύεινα έχουμε αντρειέψει / να αντρειέψουμε / να αντρειεύουμενα αντρειέψετε / να αντρειεύετενα αντρειέψουν / να αντρειέψουνε / να αντρειεύουν / να αντρειεύουνε
Προστακτική—αντρείευε / αντρείεψε——αντρειέψτε / αντρειεύετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αντρειεύτηκααντρειεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →