αντρειεύω
•
- λαϊκότροπογίνομαι ανδρείος, δυναμώνω Βικιλεξικό
- Νά τη, πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.
- παρωχημένοανδρώνομαι, μεγαλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντρειεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀντρειεύω, (αντρείος + -εύω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντρειεύω | αντρειεύεις | αντρειεύει | αντρειεύουμε | αντρειεύετε | αντρειεύουν / αντρειεύουνε |
| Παρατατικός | αντρείευα | αντρείευες | αντρείευε | αντρειεύαμε | αντρειεύατε | αντρείευαν / αντρειεύαν / αντρειεύανε |
| Αόριστος | αντρείεψα | αντρείεψες | αντρείεψε | αντρειέψαμε | αντρειέψατε | αντρείεψαν / αντρειέψαν / αντρειέψανε |
| Μέλλοντας | θα αντρειέψω / θα αντρειεύω | θα αντρειέψεις / θα αντρειεύεις | θα αντρειέψει / θα αντρειεύει | θα αντρειέψουμε / θα αντρειεύουμε | θα αντρειέψετε / θα αντρειεύετε | θα αντρειέψουν / θα αντρειέψουνε / θα αντρειεύουν / θα αντρειεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντρειέψει | έχεις αντρειέψει | έχει αντρειέψει | έχουμε αντρειέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντρειέψει | είχες αντρειέψει | είχε αντρειέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντρειέψει / να αντρειέψω / να αντρειεύω | να έχεις αντρειέψει / να αντρειέψεις / να αντρειεύεις | να έχει αντρειέψει / να αντρειέψει / να αντρειεύει | να έχουμε αντρειέψει / να αντρειέψουμε / να αντρειεύουμε | να αντρειέψετε / να αντρειεύετε | να αντρειέψουν / να αντρειέψουνε / να αντρειεύουν / να αντρειεύουνε |
| Προστακτική | — | αντρείευε / αντρείεψε | — | — | αντρειέψτε / αντρειεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αντρειεύτηκααντρειεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →