Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντρογυναίκα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γυναίκα που έχει τη σωματική διάπλαση ενός άντρα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαυτή που έχει συμπεριφορά που συνήθως αποδίδεται σε άντρα Βικιλεξικό
    • Κι ήταν, όντως, μαγικά, όσα τους διηγήθηκε, με το στανιό, με το τσιγκέλι βγάζοντας την κάθε φράση, ο Θωμάς για την αντρογυναίκα του.

Ετυμολογία

αντρογυναίκα < αντρο- + γυναίκα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντρογυναίκααντρογυναίκες
Γενικήαντρογυναίκαςαντρογυναικών
Αιτιατικήαντρογυναίκααντρογυναίκες
Κλητικήαντρογυναίκααντρογυναίκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →