αντρογυναίκα
•
- γυναίκα που έχει τη σωματική διάπλαση ενός άντρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτή που έχει συμπεριφορά που συνήθως αποδίδεται σε άντρα Βικιλεξικό
- Κι ήταν, όντως, μαγικά, όσα τους διηγήθηκε, με το στανιό, με το τσιγκέλι βγάζοντας την κάθε φράση, ο Θωμάς για την αντρογυναίκα του.
Ετυμολογία
αντρογυναίκα < αντρο- + γυναίκα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντρογυναίκα | αντρογυναίκες |
| Γενική | αντρογυναίκας | αντρογυναικών |
| Αιτιατική | αντρογυναίκα | αντρογυναίκες |
| Κλητική | αντρογυναίκα | αντρογυναίκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →