Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντροδίαιτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ζει σε άντρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντροδίαιτος < ελληνιστική κοινή ἀντροδίαιτος < αρχαία ελληνική ἄντρον + -δίαιτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντροδίαιτοςαντροδίαιτηαντροδίαιτο
Γενικήαντροδίαιτουαντροδίαιτηςαντροδίαιτου
Αιτιατικήαντροδίαιτοαντροδίαιτηαντροδίαιτο
Κλητικήαντροδίαιτεαντροδίαιτηαντροδίαιτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντροδίαιτοιαντροδίαιτεςαντροδίαιτα
Γενικήαντροδίαιτωναντροδίαιτωναντροδίαιτων
Αιτιατικήαντροδίαιτουςαντροδίαιτεςαντροδίαιτα
Κλητικήαντροδίαιτοιαντροδίαιτεςαντροδίαιτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →