αντρούλης
•
- χαϊδευτικόγια τον σύζυγο ή σύντροφο Βικιλεξικό
- ο αντρούλης μου κάνει ένα σωρό δουλειές μέσα στο σπίτι
- ειρωνικόγια τον σύζυγο άλλης γυναίκας Βικιλεξικό
- Τον έχει μη στάξει και μη βρέξει τον αντρούλη της, έναν χαραμοφάη, γυναικά, χαρτόμουτρο, ό,τι κουσούρι και να πεις, μέσα θα πέσεις για δαύτον
Ετυμολογία
αντρούλης < άντρ(ας) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντρούλης | αντρούληδες |
| Γενική | αντρούλη | αντρούληδων |
| Αιτιατική | αντρούλη | αντρούληδες |
| Κλητική | αντρούλη | αντρούληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →