ανυμέναιος
•
- που είναι ανύπαντρος Βικιλεξικό
- Στό ἀναμεταξύ αὐτός ἔχει καβατζάρει τά πενήντα, τά γερατειά καταφθάνουν, ὁ θάνατος καραδοκεῖ∙ καί κάθε μέρα πού ἡ Μαρία μένει ἀνυμέναιη στήν καμπούρα του εἶναι μιά μέρα χαμένης χαρᾶς κι ἀμεριμνησίας γιά ἐκεῖνον.
Ετυμολογία
ανυμέναιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνυμέναιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυμέναιος | ανυμέναιη | ανυμέναιο |
| Γενική | ανυμέναιου | ανυμέναιης | ανυμέναιου |
| Αιτιατική | ανυμέναιο | ανυμέναιη | ανυμέναιο |
| Κλητική | ανυμέναιε | ανυμέναιη | ανυμέναιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυμέναιοι | ανυμέναιες | ανυμέναια |
| Γενική | ανυμέναιων | ανυμέναιων | ανυμέναιων |
| Αιτιατική | ανυμέναιους | ανυμέναιες | ανυμέναια |
| Κλητική | ανυμέναιοι | ανυμέναιες | ανυμέναια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →