Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανυμέναιος

/a.niˈme.ne.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ανύπαντρος Βικιλεξικό
    • Στό ἀναμεταξύ αὐτός ἔχει καβατζάρει τά πενήντα, τά γερατειά καταφθάνουν, ὁ θάνατος καραδοκεῖ∙ καί κάθε μέρα πού ἡ Μαρία μένει ἀνυμέναιη στήν καμπούρα του εἶναι μιά μέρα χαμένης χαρᾶς κι ἀμεριμνησίας γιά ἐκεῖνον.

Ετυμολογία

ανυμέναιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνυμέναιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανυμέναιοςανυμέναιηανυμέναιο
Γενικήανυμέναιουανυμέναιηςανυμέναιου
Αιτιατικήανυμέναιοανυμέναιηανυμέναιο
Κλητικήανυμέναιεανυμέναιηανυμέναιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανυμέναιοιανυμέναιεςανυμέναια
Γενικήανυμέναιωνανυμέναιωνανυμέναιων
Αιτιατικήανυμέναιουςανυμέναιεςανυμέναια
Κλητικήανυμέναιοιανυμέναιεςανυμέναια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →