ανυμνώ
•
- λόγιουμνώ, δοξολογώ Βικιλεξικό
- εγκωμιάζω Βικιλεξικό
- ἀνυμνούμεν λόγε σε τῶν πάντων θεόν
Ετυμολογία
ανυμνώ < αρχαία ελληνική ἀνυμνέω / ἀνυμνῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανυμνώ | ανυμνείς | ανυμνεί | ανυμνούμε | ανυμνείτε | ανυμνούν / ανυμνούνε |
| Παρατατικός | ανυμνούσα | ανυμνούσες | ανυμνούσε | ανυμνούσαμε | ανυμνούσατε | ανυμνούσαν / ανυμνούσανε |
| Αόριστος | ανύμνησα | ανύμνησες | ανύμνησε | ανυμνήσαμε | ανυμνήσατε | ανυμνήσαν / ανυμνήσανε / ανύμνησαν |
| Μέλλοντας | θα ανυμνήσω / θα ανυμνώ | θα ανυμνήσεις / θα ανυμνείς | θα ανυμνήσει / θα ανυμνεί | θα ανυμνήσουμε / θα ανυμνούμε | θα ανυμνήσετε / θα ανυμνείτε | θα ανυμνήσουν / θα ανυμνήσουνε / θα ανυμνούν / θα ανυμνούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανυμνήσει | έχεις ανυμνήσει | έχει ανυμνήσει | έχουμε ανυμνήσει | έχετε ανυμνήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανυμνήσει | είχες ανυμνήσει | είχε ανυμνήσει | είχαμε ανυμνήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανυμνήσει / να ανυμνήσω / να ανυμνώ | να έχεις ανυμνήσει / να ανυμνήσεις / να ανυμνείς | να έχει ανυμνήσει / να ανυμνήσει / να ανυμνεί | να έχουμε ανυμνήσει / να ανυμνήσουμε / να ανυμνούμε | να έχετε ανυμνήσει / να ανυμνήσετε / να ανυμνείτε | να ανυμνήσουν / να ανυμνήσουνε / να ανυμνούν / να ανυμνούνε |
| Προστακτική | — | ανύμνει / ανύμνησε | — | — | ανυμνήστε / ανυμνείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →