Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανυπέρβλητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορείς να τον ξεπεράσεις, αντιμετωπίσεις, νικήσεις Βικιλεξικό
    • ανυπέρβλητα εμπόδια
  2. αξεπέραστος, ασυναγώνιστος Βικιλεξικό
    • ανυπέρβλητη δόξα

Ετυμολογία

ανυπέρβλητος < αρχαία ελληνική ἀνυπέρβλητος < (ρηματικό επίθετο) αν- στερητικό + υπερβάλλω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανυπέρβλητοςανυπέρβλητηανυπέρβλητο
Γενικήανυπέρβλητουανυπέρβλητηςανυπέρβλητου
Αιτιατικήανυπέρβλητοανυπέρβλητηανυπέρβλητο
Κλητικήανυπέρβλητεανυπέρβλητηανυπέρβλητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανυπέρβλητοιανυπέρβλητεςανυπέρβλητα
Γενικήανυπέρβλητωνανυπέρβλητωνανυπέρβλητων
Αιτιατικήανυπέρβλητουςανυπέρβλητεςανυπέρβλητα
Κλητικήανυπέρβλητοιανυπέρβλητεςανυπέρβλητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →