Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανυπομονώ

/a.ni.po.moˈno/ρήμα
•
  1. περιμένω με λαχτάρα κάτι, δεν μπορώ να κάνω υπομονή Βικιλεξικό
    • Ανυπομονώ να έρθει το καλοκαίρι και να πάμε διακοπές.

Ετυμολογία

ανυπομονώ < πιθανόν κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική *ἀνυπομονῶ (τύπος ἀνυπομονῇ) < ἀνυπόμονος (ανυπόμονος). Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + υπομον(ή) + -ος > + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανυπομονώανυπομονείςανυπομονείανυπομονούμεανυπομονείτεανυπομονούν / ανυπομονούνε
Παρατατικόςανυπομονούσαανυπομονούσεςανυπομονούσεανυπομονούσαμεανυπομονούσατεανυπομονούσαν / ανυπομονούσανε
Μέλλονταςθα ανυπομονώθα ανυπομονείςθα ανυπομονείθα ανυπομονούμεθα ανυπομονείτεθα ανυπομονούν / θα ανυπομονούνε
Υποτακτικήνα ανυπομονώνα ανυπομονείςνα ανυπομονείνα ανυπομονούμενα ανυπομονείτενα ανυπομονούν / να ανυπομονούνε
Προστακτική————ανυπομονείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →